mercredi 6 novembre 2013

Ένα μάθημα από τον Carl Schmitt (γ' μέρος)

Ένα μάθημα από τον Carl Schmitt (γ' μέρος)

Του G. Faye και R. Steuckers

 
Οπαδοί του Σμιτ, που επέκτειναν και προχώρησαν την σκέψη του, με πρωτοπόρο τον Rüdiger Altmann επινόησαν την έννοια του Ernstfall (περίπτωση έκτακτης ανάγκης), η οποία αποτελεί ένα άλλο θεμελιώδες κριτήριο της πολιτικής. Η πολιτική κυριαρχία και η αξιοπιστία μιας νέας πολιτικής εξουσίας βασίζεται στην ικανότητα να μπορεί να αντιμετωπίσει και να επιλύσει  περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Οι κυρίαρχες πολιτικές ιδεολογίες, οι οποίες εδράζονται εκ βαθέος στον ηδονισμό και την επιθυμία για ασφάλεια, θέλουν να αγνοούν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, το χτύπημα της μοίρας, το απρόβλεπτο. Μια πολιτική άξια του ονόματός της - και αυτή η ιδέα κονιορτοποιεί ανηλεώς τις αφηρημένες ιδεολογικές κατηγορίες «δεξιά» και «αριστερά» - είναι εκείνη η οποία, κρυφά, απαντά στην πρόκληση της περίπτωσης έκτακτης ανάγκης , σώζει την κοινότητα από απρόβλεπτες δοκιμασίες και θύελλες, και ως εκ τούτου επιτρέπει την συνολική κινητοποίηση του λαού και την εντατικοποίηση των αξιών της.

Φιλελεύθερες αντιλήψεις περί πολιτικής βλέπουν το Ernstfall μόνο ως την “εξαίρεση” και την “νομική ομαλότητας”, σαν τον κανόνα. Αυτή η θέαση των πραγμάτων, εμπνευσμένη από την τελεολογική φιλοσοφία της ιστορίας του Χέγκελ, αντιστοιχεί στην κυριαρχία της αστικής τάξης , η οποία προτιμά την ασφάλεια από τον ιστορικό δυναμισμό και το πεπρωμένο του Λαού.  Αντιθέτως, σύμφωνα με την Schmitt, ο ρόλος του κυρίαρχου είναι η ικανότητά του να αποφασίζει την κατάσταση της εξαίρεσης, η οποία με κανένα τρόπο δεν αποτελεί ανωμαλία, αλλά μια μόνιμη δυνατότητα. Αυτή η πτυχή της σκέψης Schmitt αντανακλά κυρίως στις γαλλικές και της ισπανικές πηγές έμπνευσης του (Bonald , Donoso Cortes, Bodin , Maistre, κλπ.) και δίνει τη δυνατότητα να τον κατατάξει, μαζί με το Μακιαβέλι, στη μεγάλη λατινική παράδοση της πολιτικής επιστήμης .

Στην “Νομιμότητα και Νομιμοποίηση” ( 1932 ), ο Schmitt, σαν μαθητής του Hobbes, υποδηλώνει ότι η νομιμοποίηση προηγείται της αφηρημένης έννοιας της νομιμότητας. Μια δύναμη είναι νομιμοποιημένη αν μπορεί να προστατεύσει την κοινότητα που έχει υπό την αιγίδα της, χρησιμοποιώντας τη βία. Ο Schmitt κατηγορεί την ιδεαλιστική και «νομικίστικη» αντίληψη της νομιμότητας πως επέτρεψε στον Χίτλερ να ανέλθει στην εξουσία. Ο νομικισμός οδηγεί στην παραίτηση της εξουσίας, την οποία ο Σμιτ καλεί την «πολιτική της μη-πολιτικής» ( Politik des Unpolitischen), μια πολιτική που δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της, η οποία δεν διατυπώνει μια απόφαση σχετικά με το συλλογικό πεπρωμένο. "Αυτός που δεν έχει τη δύναμη να προστατεύσει κανέναν», γράφει ο Schmitt στην “Έννοια του Πολιτικού”,  “δεν έχει και το δικαίωμα να απαιτεί υπακοή . Και αντιστρόφως, αυτός που επιδιώκει και αποδέχεται την εξουσία δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την υπακοή.”

Αυτή η διαλεκτική της εξουσίας και της υπακοής αμφισβητείται από τον κοινωνικό δυϊσμό, ο οποίος αντιπαρατάσσει αυθαίρετα την κοινωνία και την κυρίαρχο μηχανισμό και φαντάζεται , σε αντίθεση με σύσσωμη την ιστορική πείρα, ότι η εκμετάλλευση και η κυριαρχία είναι οι πολιτικές συνέπειες της «εξουσίας », ενώ αυτά πολύ πιο συχνά προκύπτουν από την οικονομική εξάρτηση .

Έτσι Schmitt επεξεργάζεται μια κριτική της δυαδικής αντίληψης περί κράτους του δέκατου ένατου αιώνα, με βάση τις αντιλήψεις του John Locke και του Montesquieu που στόχευαν στο διαχωρισμό ανάμεσα στη σφαίρα του κράτους και στη σφαίρα του ιδιωτικού. Στην πραγματικότητα, οι σύγχρονες τεχνοκρατίες, που ιστορικά προέρχονται από τα θεσμικά όργανα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, αντιμετωπίζουν συχνά αλληλοπεριχωρήσεις και αντιθέσεις μεταξύ της ιδιωτικής και της δημοσίας σφαίρας , όπως φαίνεται και από τον Jürgen Habermas. Η κατάσταση αυτή αποσταθεροποιεί το άτομο και αποδυναμώνει το κράτος .

Σύμφωνα με τον Schmitt, αυτή  η αδυναμία των δημοκρατιών, είναι που επέτρεψε τη δημιουργία μονο-κομματικών καθεστώτων, όπως ο ίδιος εξηγεί στο “Staat, Bewegung ,Volk” [ Κράτος , Κίνημα, Λαός].  Αυτό το είδος  καθεστώτος αποτελεί την θεσμική επανάσταση του εικοστού αιώνα! Στην πραγματικότητα, είναι σήμερα η πιο διαδεδομένη μορφή καθεστώτος στον κόσμο. Μόνο στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική διατηρήθηκε η πλουραλιστική δομή της παραδοσιακής δημοκρατίας , αν και πρακτικά πλέον διατηρείται στη σφαίρα του φανταστικού, δεδομένου ότι η πραγματική δύναμη είναι η οικονομική και η τεχνική .

Το μονο-κομματικό κράτος προσπαθεί να ανασυστήσει την πολιτική ενότητα του έθνους, σύμφωνα με μια τριμερή δομή: το Κράτος περιλαμβάνει τους δημοσίους υπαλλήλους και το στρατό. Ο Λαός δεν αφορά πλέον ένα ποσοτικό πληθυσμό, αλλά μια οντότητα πολιτικοποιημένη και έντονα οργανωμένη σε ενδιάμεσους φορείς. Το Κόμμα βάζει το σύνολο αυτό σε κίνηση ( Bewegung ) και αποτελεί μια πύλη επικοινωνίας μεταξύ Κράτους και Λαού.

Ο Schmitt, ο οποίος επιστρέφει διαρκώς στον ναζισμό, το σταλινισμό, στην θεοκρατία και στους ανθρωπιστικούς ολοκληρωτισμούς,  προφανώς δεν είναι θιασώτης του μονοκομματικού κράτους. Δεν υποστηρίζει καμία συγκεκριμένη μορφή  “καθεστώτος”. Στην παλιά παράδοση του Λατινικού Ρεαλισμού που κληρονόμησε από τη Ρώμη, ο Schmitt θέλει ένα Κυρίαρχο που να είναι τόσο ισχυρός και νομιμοποιημένος, ο οποίος δεν "ιδεολογικοποιεί" τον εχθρό και μπορεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να προβεί ακόμα και στην χρήση βίας, ένα Κυρίαρχο που μπορεί να κάνει το κράτος την «αυτο-οργάνωση της κοινωνίας."

Ο πόλεμος γίνεται έτσι ένα θέμα της πολιτικής θεωρίας . Ο Schmitt ενδιαφέρεται για την γεωπολιτική σαν μια φυσική προέκταση της πολιτικής . Γι 'αυτόν, η αληθινή πολιτική, η υψηλή πολιτική, είναι η εξωτερική πολιτική, η οποία κορυφώνεται στη διπλωματία. Στον “Νομό της Γης” ( 1951 ) δείχνει ότι το κράτος ακολουθεί την ευρωπαϊκή αντίληψη της πολιτικής από τον δέκατο έκτο αιώνα. Όμως η Ευρώπη έχει παρακμάσει : το γραφειοκρατικό κράτος έχει αποπολιτικοποιηθεί και δεν επιτρέπει πλέον τη διατήρηση της ιστορίας των ευρωπαϊκών λαών! Το jus europaeum publicium που διευθετούσε τις διακρατικές σχέσεις χάνει έδαφος έναντι της παγκοσμιοποίησης και ειρηνιστικών ιδεολογίων, που δεν είναι σε θέση να εγκαθιδρύσουν ένα αποτελεσματικό διεθνές δίκαιο. Η ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του περίφημου ανθρωπισμού των διεθνών οργανισμών ετοιμάζουν παραδόξως έναν κόσμο όπου η δύναμη προηγείται του νόμου . Αντίθετα, μια ρεαλιστική αντίληψη των σχέσεων μεταξύ των κρατών, η οποία επιτρέπει και ομαλοποιεί τη σύγκρουση, η οποία αναγνωρίζει τη νομιμότητα της θέλησης για δύναμη, τείνει να καθιστά πιο “πολιτισμένη” τη σχέση μεταξύ των εθνών.

Ο Schmitt είναι μαζί με τον Μάο Τσε Τουνγκ, ο μεγαλύτερος σύγχρονος θεωρητικός του επαναστατικού πολέμου και της αινιγματικής φιγούρας του αντάρτη που σε αυτή την εποχή της αποπολιτικοποίησης των κρατών, αναλαμβάνει την ευθύνη της πολιτικής, καθορίζοντας  “παράνομα" τους εχθρούς του, καθιστώντας έτσι θολή και τη διάκριση μεταξύ πολέμου και ειρήνης.

Τέτοιου είδους «ψεύδεπίγραφοι πασιφισμοί" αποτελούν απλά ένα μέρος ενός κόσμου όπου οι πολιτικές αρχές και οι ανεξάρτητες κυριαρχίες εκτοπίζονται από έναν παγκόσμιο πολιτισμό πολύ πιο εξουσιαστικό από οποιαδήποτε τυραννία. Ο Schmitt , ο οποίος επηρέασε το σύνταγμα της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας - το γαλλικό σύνταγμα που είναι το πιο έξυπνο , πιο πολιτικό , και το λιγότερο εμπνευσμένο από τον ιδεαλισμό του Διαφωτισμού , μας δίνει αυτό το μήνυμα : η ελευθερία , η ανθρωπότητα , η ειρήνη είναι μόνο χίμαιρες που οδηγούν σε ανεπαίσθητες καταπιέσεις. Οι μόνες ελευθερίες που μετράνε -είτε εθνών είτε ατόμων - είναι εκείνες που εγγυάται η νόμιμη βία μιας πολιτικής εξουσίας που δημιουργεί νόμο και της τάξη.

Ο Carl Schmitt δεν καθορίζει τις αξίες που κινητοποιούν τον πολιτικό και νομιμοποιητικό καθορισμό του εχθρού. Οι τιμές αυτές δεν θα πρέπει να καθορίζονται από ιδεολογίες -πάντα αφηρημένες και πύλες στον ολοκληρωτισμό- αλλά από μυθολογίες. Με αυτή την έννοια, η λειτουργία της κυβέρνησης, το καθαρό πολιτικό, δεν είναι αρκετή. Είναι απαραίτητο να προστεθεί η «θρησκευτική» διάσταση της πρώτης λειτουργίας, όπως αυτή ορίζεται από την αρχέγονη Ινδο - ευρωπαϊκή τριχοτόμηση. Φαίνεται σε μας, ότι αυτός είναι ο τρόπος που πρέπει να ολοκληρώσει κάποιος την πολιτική θεωρία του Schmitt. Γιατί αν ο Schmitt χτίζει μια γέφυρα μεταξύ ανθρωπολογίας και πολιτικής, κάποιος πρέπει ακόμα να οικοδομήσει μια άλλη ανάμεσα στην πολιτική και την ιστορία.
 

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire